Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

bony covering


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο covering παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: bony
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: covering, cover

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
covering n(protective top layer)κάλυμμα ουσ ουδ
  επικάλυψη, επένδυση ουσ θηλ
 (λεπτή στρώση)επίστρωση ουσ θηλ
 A thick covering of waterproof fur protects a platypus from the cold.
 The floor covering was a little darker than the walls.
covering n(snow, etc.: layer)στρώμα ουσ ουδ
 A covering of snow hid the dried grass and scattered trash.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cover [sth/sb] vtr(hide, protect [sth], [sb])σκεπάζω, καλύπτω ρ μ
 Cover your body so you don't feel the cold air.
 Σκέπασε το σώμα σου για να μη σε χτυπάει ο κρύος αέρας.
cover [sth/sb] with [sth] vtr + prep(conceal, protect [sth], [sb])σκεπάζω κτ με κτ, καλύπτω κτ με κτ ρ μ + πρόθ
 When we painted the ceiling we covered the furniture with old sheets.
 Όταν βάψαμε το ταβάνι καλύψαμε τα έπιπλα με παλιά σεντόνια.
cover [sth] vtr(extend over [sth])καλύπτω ρ μ
  σκεπάζω ρ μ
 The tablecloth covered the entire table.
 Το τραπεζομάντιλο κάλυψε (or: σκέπασε) ολόκληρο το τραπέζι.
cover [sth] vtrfigurative (include [sth])καλύπτω, περιλαμβάνω ρ μ
 Does the cost of this ticket cover government fees, too?
 Η τιμή αυτού του εισιτηρίου καλύπτει (or: περιλαμβάνει) και τις κρατικές εισφορές;
cover [sth] vtrfigurative (pay for [sth] entirely)καλύπτω ρ μ
 (καθομιλουμένη)φτάνω ρ αμ
 Does twenty dollars cover all the expenses?
 Είκοσι δολάρια καλύπτουν όλα τα έξοδα;
 Φτάνουν είκοσι δολάρια για όλα τα έξοδα;
cover for [sb] vtr phrasal insep(stand in for [sb])καλύπτω, αντικαθιστώ ρ μ
 (μεταφορικά)κάθομαι στο πόδι κπ έκφρ
 Can you cover for me at work on Saturday night? I want to stay in.
 Μπορείς να με καλύψεις στη δουλειά το Σάββατο το βράδυ; Θέλω να μείνω μέσα.
 Μπορείς να κάτσεις στο πόδι μου το Σάββατο το βράδυ; Θέλω να κάτσω σπίτι.
cover [sb] with [sth] vtr + prepfigurative (lavish with praise, etc.) (με έπαινο κλπ., μεταφορικά)περιλούζω, λούζω, γεμίζω, στολίζω ρ μ
 Critics covered the writer with praise after the publication of his first novel.
 Οι κριτικοί γέμισαν τον συγγραφέα με επαίνους, μετά την έκδοση του πρώτου του μυθιστορήματος.
cover n(lid, cloth, etc.)κάλυμμα, σκέπασμα ουσ ουδ
 They put a cover over the piano to protect it.
 Έβαλαν ένα κάλυμμα (or: σκέπασμα) πάνω στο πιάνο για προστασία.
cover n(book: outer part) (βιβλίου)κάλυμμα ουσ ουδ
  ντύμα ουσ ουδ
 The book's cover protects the binding from dust.
 Το κάλυμμα (or: ντύμα) του βιβλίου προστατεύει το περίβλημά του από τη σκόνη.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cover n(false identity)πλαστή ταυτότητα φρ ως ουσ θηλ
  κάλυψη ουσ θηλ
 The CIA agent travelled under cover.
cover n(hiding place)καταφύγιο ουσ ουδ
 He took cover in the forest.
 Βρήκε καταφύγιο στο δάσος.
cover nfigurative (pretext)πρόσχημα ουσ ουδ
 (ανεπίσημο)πάτημα ουσ ουδ
  πρόφαση ουσ θηλ
 The question was really just a cover for his desire to talk with her.
cover nusu. figurative (protection)καταφύγιο ουσ ουδ
 The soldier fell to his stomach, hoping to find cover from the bullets.
cover,
ground cover
n
(ground)κάλυψη ουσ ουδ
 (κατά λέξη)κάλυψη εδάφους περίφρ
 These short plants provide good ground cover.
cover n(money)χρήματα ουσ ουδ πλ
  λεφτά ουσ ουδ πλ
 Do you have enough cover to pay for the meal?
cover nUK (insurance)κάλυψη, ασφάλεια ουσ θηλ
 (κατά λέξη)ασφαλιστική κάλυψη ουσ θηλ
 This plan provides you with cover in case of hurricanes.
 Αυτό το πρόγραμμα σας παρέχει κάλυψη (or: ασφάλεια) σε περίπτωση τυφώνα.
cover n(version of a song)διασκευή ουσ θηλ
  ριμέικ, cover ουσ ουδ ακλ
 This is a cover of a Bob Dylan song.
cover,
cover charge
n
US (entrance fee) (μεταφορικά: κόστος)είσοδος ουσ θηλ
  εισιτήριο ουσ ουδ
 There is a cover of ten dollars to enter the club.
cover n(shelter)προστασία, κάλυψη ουσ θηλ
 (σε κτήριο)υπόστεγο ουσ ουδ
 (γενικότερα)καταφύγιο ουσ ουδ
 It's pouring down. We need to find somewhere under cover until it stops.
the covers npl(bed sheets) (γενικά)σκεπάσματα ουσ ουδ πλ
 He got under the covers and went to sleep.
cover vi(stand in)αντικαθιστώ ρ μ
 (μεταφορικά)μένω στο πόδι κάποιου, στέκομαι στο πόδι κάποιου έκφρ
 If you cover temporarily, I'll get the other equipment.
 Αν με καλύψεις (or: αντικαταστήσεις) προσωρινά, θα φέρω τον υπόλοιπο εξοπλισμό.
 Αν μείνεις για λίγο στο πόδι μου, θα φέρω τον υπόλοιπο εξοπλισμό.
cover [sth] vtr(spread over)καλύπτω ρ μ
  σκεπάζω ρ μ
 The oil soon covered the entire lake.
cover [sth] vtr(deal with)αναλαμβάνω ρ μ
  χειρίζομαι ρ μ
 Can you cover these tasks for me?
cover [sth] vtr(insurance)καλύπτω ρ μ
 This insurance policy covers car accidents.
cover [sth] vtr(travel)διασχίζω ρ μ
  ταξιδεύω σε ρ αμ + πρόθ
 We covered all of South America on the last trip.
cover [sth] vtr(journalist: report)καλύπτω ρ μ
 She covered the White House for the newspaper for two years.
cover [sb] vtr(protect with a gun)καλύπτω ρ μ
 (κάποιου)φυλάω τα νώτα έκφρ
 Cover me while I run to the next bunker.
 Κάλυψέ με μέχρι να τρέξω στο επόμενο καταφύγιο.
 Φύλαγε τα νώτα μου μέχρι να τρέξω στο επόμενο καταφύγιο.
cover [sth] vtr(perform version of a song)διασκευάζω ρ μ
  κάνω διασκευή περίφρ
  κάνω ριμέικ, κάνω cover περίφρ
 The band covered an old Dylan classic in their concert.
cover [sb] vtrUS (sports: guard)καλύπτω ρ μ
 He did an excellent job covering their star player and they won the game.
cover [sth] vtr(gambling)καλύπτω ρ μ
 Do you have enough money to cover the bet?
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
cover [sth] up vtr phrasal sep(put a covering over)σκεπάζω ρ μ
  καλύπτω ρ μ
 (καθομιλουμένη)κουκουλώνω ρ μ
 Please cover up the leftover food so we can eat it later.
 She tried to cover up her bruise with make-up.
 Σκέπασε, σε παρακαλώ, το φαγητό που περίσσεψε για να το φάμε αργότερα.
 Προσπάθησε να καλύψει τη μελανιά της με μέικ απ.
cover up vi phrasalfigurative (hide the truth)συγκαλύπτω ρ μ
  κρύβω ρ μ
 (καθομιλουμένη, μεταφορικά)κουκουλώνω ρ μ
 Although Sheila refused to help Gary commit the robbery, she did help him cover up afterwards.
 Αν και η Σίλα αρνήθηκε να βοηθήσει τον Γκάρυ να διαπράξει ληστεία, τον βοήθησε ωστόσο στη συνέχεια να κουκουλώσει το γεγονός.
cover [sth] up vtr phrasal sepfigurative (truth: hide) (την αλήθεια, μεταφορικά)κρύβω, συγκαλύπτω ρ μ
 (καθομιλουμένη)κουκουλώνω ρ μ
 The candidate tried to cover up his affair with a woman.
 Ο υποψήφιος προσπάθησε να κρύψει τη σχέση του με μια γυναίκα.
cover up for [sth/sb] vi phrasal + prep(hide [sb]'s guilt)καλύπτω ρ μ
 Her co-workers tried to cover up for her many mistakes.
 Οι συνάδελφοί της προσπάθησαν να καλύψουν τα πολλά λάθη της.
cover up vi phrasal(wear full clothing)καλύπτομαι ρ αμ
  είμαι καλυμμένος ρ έκφρ
 (κατά λέξη)καλύπτω τους ώμους και τα πόδια περίφρ
 Visitors must cover up if they want to enter the church.
 Οι επισκέπτες πρέπει να καλύψουν τους ώμους και τα πόδια τους, αν επιθυμούν να μπουν στην εκκλησία.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
covering | cover
ΑγγλικάΕλληνικά
cover letter (US),
covering letter (UK)
n
(job application)συνοδευτική επιστολή επίθ + ουσ θηλ
 To apply for the position, please send your resume and a cover letter.
 Για να κάνετε αίτηση για τη θέση, παρακαλώ αποστείλετε το βιογραφικό σας και μια συνοδευτική επιστολή.
cover letter (US),
covering letter (UK)
n
(letter providing additional information)συνοδευτική επιστολή επίθ + ουσ θηλ
 Julie posted the documentation with a covering letter.
floor covering n(carpet, tiles, etc. covering the floor)επικάλυψη δαπέδου φρ ως ουσ θηλ
  επένδυση δαπέδου φρ ως ουσ θηλ
head covering n(scarf, etc., on the head)κάλυμμα κεφαλιού ουσ ουδ
 You must wear head covering to visit this church.
window covering n(curtain, drape, blind, etc.)κάλυμμα παραθύρου περίφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση bony covering στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «bony covering».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!